λάμπω


λάμπω
[ламбо] р. светить, сиять, блестеть,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λάμπω" в других словарях:

  • λάμπω — give light pres subj act 1st sg λάμπω give light pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λάμπω — λάμπω, έλαμψα βλ. πίν. 9 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • λάμπω — ρ. αμετβ. блистать, сиять, сверкать …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • λάμπω — (AM λάμπω) 1. εκπέμπω λάμψη, ακτινοβολώ, φέγγω (α. «ο ήλιος λάμπει αυτή την ώρα» β. «όλα τα κουζινικά έλαμψαν μετά το γυάλισμα» γ. «τῆλε δὲ χαλκὸς λάμφ ὥς τε στεροπή», Ομ. Ιλ. δ. «λύχνος τῷ πυρὶ λαμπόμενος», Λουκιαν.) 2. (για το πρόσωπο, για την… …   Dictionary of Greek

  • λάμπω — έλαμψα 1. ακτινοβολώ, φεγγοβολώ: Ο ήλιος λάμπει. 2. μτφ., ξεχωρίζω, διαπρέπω σε κάτι: Έλαμψε ως διευθυντής της σχολής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Λάμπω — Λάμπος masc nom/voc/acc dual Λάμπος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λάμπετον — λάμπω give light pres imperat act 2nd dual λάμπω give light pres ind act 3rd dual λάμπω give light pres ind act 2nd dual λάμπω give light imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λάμπον — λάμπω give light pres part act masc voc sg λάμπω give light pres part act neut nom/voc/acc sg λάμπω give light imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) λάμπω give light imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λάμπετε — λάμπω give light pres imperat act 2nd pl λάμπω give light pres ind act 2nd pl λάμπω give light imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λάμψαι — λάμπω give light aor imperat mid 2nd sg λάμπω give light aor inf act λάμψαῑ , λάμπω give light aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)